ΓÏάφει ο Μάκης ΜπεκιάÏης
Θα σας διηγηθοÏμε την ιστοÏία του «μεγάλου ταξιδιοÏ», ενός ελληνοαμεÏικάνου ΛÎσβιου, του φωτισμÎνου με την ελπίδα και την Ï€Ïοσδοκία της Ï€ÏοσφοÏάς, για μια πατÏίδα που λίγο Îζησε, μα ποτΠδεν ξÎχασε. ΑμοÏστακο παιδί ακόμα πήÏε τον δÏόμο της ξενιτιάς για την ΑμεÏική. ΔοÏλεψε σκληÏά δημιοÏÏγησε την δική του επιχείÏηση και όταν Îνοιωσε ότι η πατÏίδα είχε ανάγκη χωÏίς δεÏτεÏη σκÎψη ταξίδεψε να πολεμήσει για την απελευθÎÏωσή της.
ΠήÏε μÎÏος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, πολÎμησε στην μάχη του ΔÏίσκου όπου και παÏασημοφοÏήθηκε με μετάλλιο ανδÏείας και ευτÏχησε να δεί την απελευθÎÏωση της ΛÎσβου.
O XαÏίλαος ΦÏαγκογιάννης (Harry Franco ), γεννήθηκε στο χωÏιό Φίλια της ΛÎσβου, στις 15/12/1888 και ήταν Îνα από τα δώδεκα παιδιά της οικογενείας του. Η Φίλια τα χÏόνια της εφηβείας του ΧαÏίλαου είχαν καταγεγÏαμμÎνους 3.000 κατοίκους. Από αυτοÏÏ‚ 2.000 ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι ΤοÏÏκοι.
Τα χÏόνια ήταν Ï€Î¿Î»Ï Î´Ïσκολα και οι υποδουλωμÎνοι Έλληνες Ï…Ï€ÎφεÏαν πολλά δεινά. Έτσι, Îφηβοι ακόμα εκείνος και τα αδÎλφια του ΕυÏιπίδης, ΑχιλλÎας και Θαλασσινός Îφυγαν από την ΛÎσβο για την ΣμÏÏνη. Από κει αÏγότεÏα ταξίδεψαν για την ΑμεÏική, όπου και εγκαταστάθηκαν Ï€Ïώτα στην Βοστώνη. Μετά τον καταστÏοφικό σεισμό και την ισοπÎδωση της πόλης του Σαν ΦÏανσίσκο, το 1906, τα αδÎλφια αποφασίζουν, να μετακομίσουν εκεί και να αÏχίσουν μια καινοÏÏγια ζωή παÏάλληλη με την ανοικοδόμηση της πόλης.

Φτάνοντας εκεί ο ΧαÏίλαος και τα αδÎλφια του άνοιξαν το Ï€Ïώτο τους εστιατόÏιο στην Kearny Street, ενώ το πιο πετυχημÎνο του ήταν εκείνο του Crystal Palace που το εγκαινίασε το  1923. Οι δουλειÎÏ‚ των αδελφών πήγαιναν πεÏίφημα και είχαν αÏχίσει να συνηθίζουν και να ενσωματώνονται στην νÎα τους πατÏίδα.
Στην ΕυÏώπη o Î Ïώτος Βαλκανικός Πόλεμος ξÎσπαγε. Η ομογÎνεια μαθαίνοντας τα γεγονότα ενεÏγοποιείται. Σε κάθε πολιτεία της ΑμεÏικής γίνονταν συνελεÏσεις, παίÏνονταν αποφάσεις οικονομικής βοήθειας για την μητÎÏα πατÏίδα ενώ παÏάλληλα άÏχιζαν κατά ομάδες αλλά και ανεξάÏτητα να επιστÏÎφουν οι Ï€Ïώτοι ÎφεδÏοι μετανάστες για να πολεμήσουν με τις τάξεις του Ï„Î±ÎºÏ„Î¹ÎºÎ¿Ï ÏƒÏ„ÏÎ±Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¸ÏŽÏ‚ και οι πολλοί εθελοντÎÏ‚.
Η Ελληνική Î Ïεσβεία της Ουάσιγκτον στις 2 του  ΟκτώβÏη του 1912, στÎλνει τηλεγÏαφήματα στις κατά τόπους ελληνικÎÏ‚ παÏοικίες καθώς και στις εφημεÏίδες των ομογενών, με τα οποία καλεί όλους εκείνους που είχαν υπηÏετήσει στον ελληνικό στÏατό, από το 1896 μÎχÏι το 1911, να επιστÏÎψουν και να ενταχθοÏν στις  τάξεις του ÎµÎ»Î»Î·Î½Î¹ÎºÎ¿Ï ÏƒÏ„ÏατοÏ.
Η κινητικότητα των ομογενών ήταν μεγάλη και γενική αναστάτωση και ενθουσιασμός επικÏατοÏσαν. ΕπιτÏοπÎÏ‚ οÏγανώνονταν με σκοπό να συγκεντÏώσουν και να διαχειÏιστοÏν τα χÏήματα των εÏάνων ώστε να δημιουÏγηθοÏν και να συντηÏηθοÏν εθελοντικÎÏ‚ μονάδες στÏατιωτών που θα ταξίδευαν για να πολεμήσουν στο πλευÏÏŒ του ÎµÎ»Î»Î·Î½Î¹ÎºÎ¿Ï ÏƒÏ„ÏατοÏ.
Οι ομογενείς που συγκεντÏώθηκαν στο κάλεσμα της πατÏίδας ήταν χιλιάδες. Ανεπίσημα στοιχεία της ελληνικής κοινότητας ανÎφεÏαν ότι πάνω από 20.000 άτομα Îφυγαν από τα λιμάνια της ΑμεÏικής με Ï€ÏοοÏισμό την Ελλάδα. Ήταν τόσο μεγάλο το κÏμα του επαναπατÏÎ¹ÏƒÎ¼Î¿Ï Ï„Ï‰Î½ εθελοντών, που σε πολλÎÏ‚ πολιτείες δημιουÏγήθηκε θÎμα από την Îλλειψη των ελληνικών εÏγατικών χεÏιών όπου αυτοί απασχολοÏνταν (γÏαμμÎÏ‚ Ï„Ïαίνων, αγÏοτικÎÏ‚ εÏγασίες κλπ).
ΛειτουÏγίες γίνονταν σε όλες τις ελληνικÎÏ‚ εκκλησίες της ΑμεÏικής, Ï€Ïιν την ομαδική αναχώÏηση των εθελοντών και τις οποίες όλη η τοπική κοινότητα παÏακολουθοÏσε συγκινημÎνη και παÏάλληλα κατακλυσμÎνη από πεÏηφάνια και πατÏιωτικό ενθουσιασμό.
Συγκινητική η ιστοÏία Έλληνα ομογενή εÏγαζόμενου, στην κατασκευή γÏαμμών Ï„Ïαίνου, ο οποίος όταν κλήθηκε σαν ÎφεδÏος να επιστÏÎψει για να πολεμήσει αδυνατώντας να αγοÏάσει το εισιτήÏιο της επιστÏοφής του και όντας Ï€Î¿Î»Ï Ï…Ï€ÎµÏήφανος στο να ζητήσει να τον βοηθήσουν οικονομικά, Îδωσε Ï„Îλος στην ζωή του από την ντÏοπή του.
Πολλοί Έλληνες μετανάστες που είχαν πάÏει την αμεÏικανική υπηκοότητα στο Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Î¼ÎµÏ„Î¬ από τα χÏόνια παÏαμονής τους, συγκεντÏώνονταν Îξω από κυβεÏνητικά γÏαφεία ζητώντας να την αποποιηθοÏν για να μποÏÎσουν Îτσι και αυτοί να πολεμήσουν με τους υπόλοιπους. Ήταν καθημεÏινή η εικόνα ,ειδικά στις μεγάλες πόλεις, ελληνοαμεÏικανών  εθελοντών ντυμÎνων με στÏατιωτικÎÏ‚ στολÎÏ‚ ,κουβαλώντας ελληνικÎÏ‚ σημαίες, να αποχαιÏετοÏν στις πλατφόÏμες σιδηÏοδÏομικών σταθμών τους κοντινοÏÏ‚ τους ανθÏώπους, να στοιβάζονται σε Ï„Ïαίνα και να αναχωÏοÏν για την Ελλάδα.
Ο Ï€Ïώτος λόχος εθελοντών που ταξίδεψε για την Ελλάδα ήταν ο ΙεÏός Λόχος εθελοντών Î. ΥόÏκης, στις τάξεις του οποίου συμπεÏιλαμβάνονταν και πολλοί ΛÎσβιοι ομογενείς.
Ο ΧαÏίλαος δεν ήταν ÎφεδÏος και Îτσι δεν είχε κληθεί να πολεμήσει. Ένοιωσε όμως από την Ï€Ïώτη στιγμή των γεγονότων πως ήταν καθήκον και τιμή του να επιστÏÎψει και να Ï€ÏοσφÎÏει τις υπηÏεσίες του για την απελευθÎÏωση της Ελλάδας. Άφησε λοιπόν, την επιχείÏηση στα χÎÏια των αδελφών του και ξεκίνησε το ταξίδι του για την Ελλάδα.
Ο ΧαÏίλαος είχε την αμεÏικάνικη υπηκοότητα και  παÏάλληλα δεν μποÏοÏσε να ακολουθήσει τμήματα εφÎδÏων. Επίσης ήταν τόσοι οι εθελοντÎÏ‚, που είχαν συγκεντÏωθεί , που η ελληνική κυβÎÏνηση με ανακοίνωσή της ειδοποιοÏσε ότι δεν χÏειάζονται άλλοι παÏά μονάχα αν ήταν εκπαιδευμÎνοι, είχαν ιματισμό και οικονομική δυνατότητα για την σίτισή τους.


Η οÏγάνωση των εθελοντών της Λεσβιακής Φάλαγγας, δεν είχε ακόμα ξεκινήσει και Îτσι ο ΧαÏίλαος κατοÏθώνει να «διεισδÏσει» στο Ï€Ïώτο σώμα εφÎδÏων που Îφυγε οÏγανωμÎνα για την Ελλάδα στις 14 ΟκτώβÏη του 1912. Με Îνα ειδικά διαμοÏφωμÎνο Ï„Ïαίνο ταξίδεψε μαζί τους από το Σαν ΦÏανσίσκο στην ΠΥόÏκη.
Από κει με χιλιάδες άλλους Έλληνες πατÏιώτες επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο ΑΡΤΖΕÎΤΙÎΑ με Ï€ÏοοÏισμό την Ελλάδα και ενδιάμεσες στάσεις την ΑλγεÏία την Îάπολη την ΠάτÏα και τον ΠειÏαιά. Ο ΧαÏίλαος δεν ακολοÏθησε μÎχÏι Ï„Îλους της διαδÏομής του Ï„Î±Î¾Î¹Î´Î¹Î¿Ï Ï„Î¿Ï… το ΑΡΤΖΕÎΤΙÎΑ. Λόγω του ότι παÏάτυπα ταξίδευε με τους εθελοντÎÏ‚ αποβιβάστηκε στο λιμάνι της ΠάτÏας. Εκείνες τις μÎÏες στο λιμάνι της ΠάτÏας γινόταν η ανασυγκÏότηση της λεγεώνας των ΓαÏιβαλδινών.

Οι ΓαÏιβαλδινοί ή ΓαÏιβάλδηδες, αÏχικά ήταν Îνα εθελοντικό σώμα από ÏομαντικοÏÏ‚ ΙταλοÏÏ‚ πολεμιστÎÏ‚, που είχε ιδÏυθεί  το 1862 και Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Î¬Î»Î»Ï‰Î½ πολÎμησε για την απελευθÎÏωση της ΚÏήτης το 1897. Ονομαζόντουσαν και «ΕÏυθÏοχίτωνες» από το χÏώμα του χιτώνα τους που ήταν κόκκινο για να μην φαίνεται το αίμα. Οι μαχητÎÏ‚ αυτοί δεν σταματοÏσαν να πολεμοÏν ακόμα και αν Ï„Ïαυματιζόντουσαν! ΙδÏυτής τους ήταν ο ΤζιουζÎπε ΓκαÏιμπάντι, Îνας Ιταλός πατÏιώτης που  πίστευε στην ελευθεÏία σαν πανανθÏώπινο αγαθό. Γι’ αυτό δεν πολÎμησε μόνο για την πατÏίδα του αλλά και για την ελευθεÏία πολλών άλλων λαών. Βάσει του ÎºÎ±Ï„Î±ÏƒÏ„Î±Ï„Î¹ÎºÎ¿Ï Î¯Î´Ïυσης της λεγεώνας τασσόταν και μαχόταν στο πλευÏÏŒ όλων εκείνων που πολεμοÏσαν για την ανεξαÏτησία τους.
Στα μάτια του ΧαÏίλαου η λεγεώνα ήταν η λÏση στο Ï€Ïόβλημά του…Κατατάσσεται στις τάξεις της και μαζί τους συνεχίζει το ταξίδι για την Αθήνα. Φτάνοντας ο ΧαÏίλαος στÎλνει γÏάμμα στους δικοÏÏ‚ του πίσω στη ΑμεÏική και τους διηγείται την θÏιαμβευτική υποδοχή ηÏώων που τους είχε γίνει. Στα μάτια των Ελλήνων μονάχα σεβασμός και πεÏηφάνια υπήÏχαν, για αυτοÏÏ‚ που εγκατÎλειψαν τόσα πολλά για να γυÏίσουν στην πατÏίδα και να πολεμήσουν μÎχÏι θανάτου για αυτήν.
ΣτÏατοπÎδευσαν σε Îνα γυμνάσιο, που είχε δοθεί για να καλÏψει τις ανάγκες της στÎγασης του στÏÎ±Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ για Ï„Ïείς βδομάδες, εκπαιδευόντουσαν καθημεÏινά λαμβάνοντας μÎÏος σε στÏατιωτικά γυμνάσια. Τελειώνοντας την εκπαίδευσή του ,ακολοÏθησε τους εÏυθÏοχίτωνες του ΓαÏιβάλδη στην ΉπειÏο και Îλαβε μÎÏος στην αιματηÏή μάχη του ΔÏίσκου τον ÎοÎμβÏη του 1912.
Το ÏŒÏος ΔÏίσκος, βÏίσκεται κοντά στα Γιάννενα, και ήταν Îνα από τα κάστÏα που ÎÏ€Ïεπε να κυÏιευθοÏν για την απελευθÎÏωση της πόλης. Εκεί Îφθασαν Ï€Ïώτα οι Έλληνες ΓαÏιβαλδινοί με επικεφαλής το ΣυνταγματάÏχη ΑλÎξανδÏο Ρώμα. Ήταν το Ï€Ïωί της 26ης ÎοεμβÏίου, ανήμεÏα του Αγίου Î£Ï„Ï…Î»Î¹Î±Î½Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ το Μπιζάνι βÏισκόταν σε στενή πολιοÏκία. ΑμÎσως Ïίχτηκαν στη μάχη.
Μετά από δίωÏο συμπλοκή οι πολυάÏιθμοι ΤοÏÏκοι αντίπαλοι τους Ï„Ïάπηκαν σε άτακτο φυγή και σκοÏπίστηκαν ÎντÏομοι στην πεδιάδα των Ιωαννίνων, εγκαταλείποντας ακόμα και τα όπλα τους. Πολλοί απ’ αυτοÏÏ‚ συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Η νίκη ήταν μεγάλη και ενθουσίασε τους μαχητÎÏ‚. Ο ενθουσιασμός τους όμως Îγινε μεγαλÏτεÏος το βÏάδυ της ίδιας μÎÏας όταν είδαν με χαÏά να καταφθάνει ο ΣτÏατηγός ΓαÏιβάλδης με τους ΦιλÎλληνες ΕÏυθÏοχίτωνες καθώς και με εθελοντÎÏ‚ από τη ΚÏήτη. Οι μαχητÎÏ‚ δεν κοιμήθηκαν όλη τη νÏκτα. ΦÏόντισαν για την οχÏÏωση της τοποθεσίας που κατείχαν. Το ίδιο Îκαναν όμως και οι ΤοÏÏκοι ανοίγοντας οÏÏγματα και τοποθετώντας απÎναντι από το ΔÏίσκο τα τηλεβόλα τους.
Η επόμενη μÎÏα ξημÎÏωσε φαινομενικά ήÏεμη. Στις 09.00 όμως το Ï€Ïωί άÏχισε δÏιμÏτατος βομβαÏδισμός από το ΤουÏκικό πυÏοβολικό ενώ Îνα ισχυÏÏŒ ΤουÏκικό σώμα από το χάνι της ΛεÏκας άÏχισε να κινείται εναντίον τους. Μετά το μεσημÎÏι η δÏναμη των ΓαÏιβαλδινών ενισχÏθηκε με Ï„Ïία πεδινά πυÏοβόλα που παÏά την παλαιότητα τους αποδείχθηκαν Ï€Î¿Î»Ï Ï‡Ïήσιμα. Η μάχη συνεχίσθηκε φονικότατη. Πολλοί μαχητÎÏ‚ είχαν Ï„Ïαυματιστεί. Όσοι όμως μποÏοÏσαν συνÎχιζαν να μάχονται κÏατώντας σθεναÏά τις θÎσεις τους. Την επομÎνη μÎÏα δηλαδή στις 28 ÎοεμβÏίου κατÎφθασαν ενισχÏσεις του εχθÏοÏ. Οκτώ χιλιάδες ΤοÏÏκοι και ισχυÏÎÏ‚ πυÏοβολαÏχίες. Η κατάσταση ήταν απελπιστική και τα πυÏομαχικά μετά από Ï„ÏιήμεÏη μάχη σε πολλά σημεία είχαν εξαντληθεί.
Ο αγώνας ήταν άνισος οι απώλειες μεγάλες και τελικά η ηττημÎνη ελληνική μεÏιά υποχωÏεί. Την αιματηÏή αυτή μάχη Îζησε από την αÏχή μÎχÏι το Ï„Îλος ο ΧαÏίλαος. Άμαθος από πόλεμο Îμελλε να δεχθεί το βάπτισμα του πυÏός σε αυτήν την σκληÏή μάχη.
Ο ΧαÏίλαος σημαδεÏτηκε από τον αγώνα εκείνων των ημεÏών και συγκλονισμÎνος  διηγιόταν, «το θÎαμα των νεκÏών και των Ï„Ïαυματιών ήταν φοβεÏό» και συνÎχιζε «οι πεÏισσότεÏοι από τους συντÏόφους Îπεφταν νεκÏοί, άλλοι θανάσιμα Ï„ÏαυματισμÎνοι ουÏλιάζοντας παÏακαλώντας είτε να τους βοηθήσουν ανακουφίσουν τον πόνο τους είτε να τους σκοτώσουν λυτÏώνοντάς τους από το μαÏÏ„ÏÏιό τους. Εκείνες τις στιγμÎÏ‚ όμως ο καθÎνας ήταν για τον εαυτό του, το να δείλιαζες σήμαινε αυτοκτονία» Ï„Îλειωνε την διήγησή του.
Με τις αποδεκατισμÎνες μονάδες και τους Ï„Ïαυματίες επÎστÏεψε στην Αθήνα. Η λεγεώνα των ΓαÏιβαλδινών μετά την μάχη του ΔÏίσκου διαλÏεται, οι μάχες στην ηπειÏωτική χώÏα μαίνονταν ενώ σε εξÎλιξη βÏίσκονταν οι επιχειÏήσεις απελευθÎÏωσης των νησιών.
Τα γεγονότα στο αγαπημÎνο του νησί την Μυτιλήνη είχαν πάÏει άλλη Ï„Ïοπή. Μετά την αποβίβαση των Ελλήνων πεζοναυτών και του στÏÎ±Ï„Î¿Ï ÏƒÏ„Î¹Ï‚ 8/11/1912, Îγινε η παÏάδοση των οθωμανικών αÏχών και όλη η πόλη μÎσα στο γενικότεÏο κλίμα ÎµÎ½Î¸Î¿Ï…ÏƒÎ¹Î±ÏƒÎ¼Î¿Ï ÏƒÎ·Î¼Î±Î¹Î¿ÏƒÏ„Î¿Î»Î¯ÏƒÏ„Î·ÎºÎµ, ενώ επίσημη δοξολογία Ï€Ïαγματοποιήθηκε στον μητÏοπολιτικό ναό του Αγ. Αθανασίου. Η απελευθÎÏωση της πόλης της Μυτιλήνης ήταν πια γεγονός.
ΔÏο μÎÏες αÏγότεÏα το οπλιταγωγό Μακεδονία αγκυÏοβόλησε Îξω από το ΠλωμάÏι και οι πεζοναÏτες αποβιβάστηκαν μÎσα στους Îξαλλους πανηγυÏισμοÏÏ‚ των κατοίκων. Σταδιακά συνεχίστηκε και η απελευθÎÏωση και του υπόλοιπου νησιοÏ. Λόγω της στÏατιωτικής υπεÏοχής  του τοÏÏκικου στÏÎ±Ï„Î¿Ï ÏƒÏ„Î¿ νησί- που οπισθοχωÏοÏσε και ανασυγκÏοτοÏνταν στα ενδότεÏα της ΛÎσβου - αποφασίστηκε να μη γίνει η τελική σÏγκÏουση, Ï€Ïιν φτάσουν ενισχÏσεις  σε άνδÏες και πολεμοφόδια, καθώς ο ελληνικός στÏατός που υπήÏχε στο νησί ήταν πεÏίπου 1600 άτομα.
Είναι οι μÎÏες που καταφθάνει στο λιμάνι της Μυτιλήνης η Λεσβιακή Φάλαγγα και πολλοί άλλοι ΛÎσβιοι εθελοντÎÏ‚ και φοιτητÎÏ‚ από την Αθήνα για να βοηθήσουν πολεμώντας για την απελευθÎÏωση του νησιοÏ. ΠαÏάλληλα φτάνει και ο ΤαγματάÏχης Παυλόπουλος με τους άνδÏες του. Οι 3200 πεÏίπου άνδÏες ξεκινοÏν την ποÏεία τους.
ΔημιουÏγοÏνται η αÏιστεÏά και η δεξιά φάλαγγα οι οποίες οδεÏοντας από διαφοÏετικÎÏ‚ μεÏιÎÏ‚ ξεκινοÏν με σκοπό να συναντηθοÏν στους Λάμπου ΜÏλους κοντά στο μουσουλμανικό χωÏιό Κλαπάδο, όπου είχαν οχυÏωθεί οι οθωμανικÎÏ‚ τακτικÎÏ‚ στÏατιωτικÎÏ‚ δυνάμεις.
Το οθωμανικό στÏατόπεδο του Κλαπάδου δεν θα μποÏÎσει να αντÎξει για Ï€Î¿Î»Ï ÏƒÏ„Î¹Ï‚ επιθÎσεις του ÎµÎ»Î»Î·Î½Î¹ÎºÎ¿Ï ÏƒÏ„ÏÎ±Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ τις εÏστοχες βολÎÏ‚ του πυÏÎ¿Î²Î¿Î»Î¹ÎºÎ¿Ï Ï€Î¿Ï… ξεκίνησαν στις 6 ΔεκεμβÏίου. Το Ï€Ïωτόκολλο παÏαδόσεως του Î¿Î¸Ï‰Î¼Î±Î½Î¹ÎºÎ¿Ï ÏƒÏ„ÏÎ±Ï„Î¿Ï Î¸Î± υπογÏαφόταν το Ï€Ïωί της 8ης ΔεκεμβÏίου 1912 στο Ïψωμα Πετσοφάς, νοτιοανατολικά του Κλαπάδου.
Ο ΧαÏίλαος μαθαίνοντας τα παÏαπάνω γεγονότα βÏίσκει ότι ήταν η καταλληλότεÏη στιγμή να ταξιδÎψει στην Μυτιλήνη για να βοηθήσει με όποιον Ï„Ïόπο για την πλήÏη απελευθÎÏωση  της. Ήταν Îνας εμπειÏοπόλεμος στÏατιώτης πια και μάλιστα παÏασημοφοÏημÎνος για την ανδÏεία που επÎδειξε στην μάχη του ΔÏίσκου.
Ο ΧαÏίλαος Îφτασε  στο λιμάνι της Μυτιλήνης συγκινημÎνος με βουÏκωμÎνα μάτια και μνήμες χÏόνων στο μυαλό του. Στην ατμόσφαιÏα ήταν διάχυτη η ελπίδα και Ï€Ïοσδοκία καλÏτεÏων ημεÏών. Οι εοÏτασμοί που Ï€Î±Î½Ï„Î¿Ï Î³Î¯Î½Î¿Î½Ï„Î±Î½ συνεπήÏαν τον ΧαÏίλαο από την Ï€Ïώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο νησί. Μαζί με άλλους βάδιζε σε δÏόμους γεμάτους ελληνικÎÏ‚ σημαίες  που κυμάτιζαν, ενώ μόνο χαμογελαστοÏÏ‚ ανθÏώπους συναντοÏσε κανείς.
Ο ΧαÏίλαος πεÏιελήφθη στις τάξεις του στÏÎ±Ï„Î¿Ï Ï€Î®Ïε μÎÏος στους εοÏτασμοÏÏ‚, ώσπου κλήθηκε να ηγηθεί ομάδας 25 ατόμων που σκοπό είχαν την πεÏιφÏοÏÏηση της γενικότεÏης πεÏιοχής της γÏÏω από τη Φίλια. ΉξεÏε Ï€Î¿Î»Ï ÎºÎ±Î»Î¬ την τοπογÏαφία της γÏÏω πεÏιοχής μιας και ήταν η γενÎτειÏά του, Ï€Ïάγμα που τον Îκανε πολÏτιμο, εκείνες τις μÎÏες.
Ο ίδιος ήλπιζε να μποÏÎσει μÎσα από την αποστολή που του είχε ανατεθεί να Ï€ÏοσφÎÏει κάτι στην απελευθÎÏωση της ιδιαιτÎÏας του πατÏίδας. Î Î¿Î»Ï Î³ÏήγοÏα ο Χ και η ομάδα του κατάφεÏαν να αφοπλίσουν τους εναπομείναντες ΤοÏÏκους, Ï€Ïάγμα που τον ÎφεÏνε Îνα βήμα πιο κοντά στη Φίλια. Και η πολυπόθητη στιγμή για τον ΧαÏίλαο ήÏθε, η ÏŽÏα που κατηφοÏίζοντας τον δÏόμο και ξαναζώντας τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας Ï€ÎÏ„Ïα-Ï€ÎÏ„Ïα, δÎντÏο-δÎντÏο βάδισε Ï€Ïος το πατÏικό του σπίτι.
Τα Ï€Ïώτα σπίτια του χωÏÎ¹Î¿Ï ÎµÎ¯Ï‡Î±Î½ φανεί, οι κάτοικοι όλοι αμπαÏωμÎνοι και φοβισμÎνοι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βαÏιά βήματα των στÏατιωτών. Τα μόνα ανάλαφÏα ήταν του ΧαÏίλαου. Το πάτημα του, ήταν εκείνο του Ï€Î±Î¹Î´Î¹Î¿Ï Ï€Î¿Ï… ÎÏ„Ïεχε στα δÏομάκια του χωÏÎ¹Î¿Ï Ï€Î±Î¯Î¶Î¿Î½Ï„Î±Ï‚. ΞεχώÏιζε και θυμόταν Îνα –Îνα τα σπίτια των συγχωÏιανών του που ÎβÏισκε στο διάβα του, την πλατεία του χωÏιοÏ, το σχολείο, την εκκλησία και χωÏίς να το καταλάβει είχε φτάσει ήδη μπÏοστά στο πατÏικό του.
ΔάκÏυα γÎμισαν τα μάτια του όταν το είδε να ξεπÏοβάλλει εÏημωμÎνο. Δεν ακοÏγονταν κανÎνας ήχος όταν ÎσπÏωξε την παλιά ξώποÏτα και δÏασκÎλισε μÎσα. Με τα υγÏά του μάτια ξεχώÏισε οκτώ άτομα στα γόνατα να Ï€ÏοσεÏχονται. Πλησιάζοντας αναγνώÏισε τον πατÎÏα και την μάνα του καθώς και τις Ï„Ïείς αδελφÎÏ‚ και τους Ï„Ïείς αδελφοÏÏ‚ του. Με το Ï„Ïίξιμο της παλιάς πόÏτας που άνοιξε γÏÏισαν όλοι Ï€Ïος το μÎÏος του με φοβισμÎνο βλÎμμα.
Τι δεν είχαν ζήσει αυτοί οι άνθÏωποι τόσα χÏόνια Ï€Î¿Ï Îλειπε μακÏιά τους. Τι να Ï€ÏωτοθυμηθοÏν; Την μÎÏα που αποχαιÏÎτισαν τα Ï„ÎσσεÏα αγόÏια τους; την λαχτάÏα αλλά και το κλάμα που πότιζε τα γÏάμματα τους από την ξενιτιά; Τον φόβο και το πανικό τους όταν οι ΤοÏÏκοι Îδειχναν το σκληÏÏŒ τους Ï€Ïόσωπο…; Τις μÎÏες της ομηÏείας τους μαζί με άλλες καλοβαλμÎνες οικογÎνειες του χωÏιοÏ..;  ή την αγωνία τους μÎχÏι ο πατÎÏας του ΧαÏίλαου να πληÏώσει 100 δολάÏια για να τους απελευθεÏώσει….;
Îα γιατί Îστεκαν αποσβολωμÎνοι, να τον κοιτοÏν ….
Τότε ο ΧαÏίλαος  με τη  καÏδιά του Îτοιμη να σπάσει από αγωνία τους μιλά Ïωτώντας τους, «δεν με γνωÏίζετε; Eγώ είμαι ο ΧαÏίλαος..» Η μάνα Ï€Ïώτη σηκώνει το βλÎμμα και εστιάζει στον μελαχÏινό άνδÏα με το λεπτό μουστάκι που Îχει απÎναντί της. Ψάχνει να βÏει σημάδια του Îφηβου Î³Î¹Î¿Ï Ï€Î¿Ï… αποχαιÏÎτισε και του στÏατιώτη που τους μιλά. Κάτι φτεÏουγίζει μÎσα της, η καÏδιά της μάνας που λαχταÏά το σπλάχνο της μα και ο φόβος μήπως διαψευστεί… Πλησιάζει και άλλο θαÏÏείς και η μυÏωδιά του, θα της αποκαλÏψει κάτι και με Ï„Ïεμάμενη φωνή και την  μυτιληνιά της Ï€ÏοφοÏά του λÎει, κοιτώντας τον στα μάτια, για να πάÏει την απάντηση που θÎλει, εκείνη που θα την πείσει ότι είναι ο ξενιτεμÎνος της γιός, «μα ο ΧαÏίλαος είναι στην ΑμεÏική…».
Εκείνος με αναφιλητά πια ξεσπάει, « εγώ είμαι μάνα». Δεν μπόÏεσε να ξεστομίσει τίποτα άλλο, το μόνο που ήθελε να χωθεί στην δικιά της αγκαλιά και των υπολοίπων. Τα πόδια του λÏγισαν Îπεσε στα γόνατα δίπλα στους δικοÏÏ‚ του και χάθηκε στην στιγμή….
Î ÏŽÏ‚ να πεÏιγÏάψει κανείς τις στιγμÎÏ‚ μετά την αναγνώÏιση του…οι γονείς και τα αδÎλφια του κÏεμάστηκαν στον λαιμό του και όλοι μαζί αγκαλιασμÎνοι Îκλαιγαν ÏŽÏες μην πιστεÏοντας ακόμα πως τον είχαν εκεί μπÏοστά τους. ΜÎÏες χÏειάστηκαν, μπÏοστά στο τζάκι, να τους πεÏιγÏάφει όσα Îζησε στην Ελλάδα μÎχÏι κείνη την στιγμή, την φÏίκη του πολÎμου που Îζησε, την πεÏηφάνια του όταν πήÏε το Ï€Ïώτο του παÏάσημό, την λαχτάÏα του στο καÏάβι που τον ÎφεÏνε στην Μυτιλήνη από την Αθήνα αλλά και την ζωή την δική του και των αδελφών του στην ΑμεÏική.
Άυπνο από Îνταση τον βÏήκε το επόμενο Ï€Ïωινό της άφιξης του στη Φίλια τον ΧαÏίλαο.  Όταν χάÏαξε, μαζί με τους υπόλοιπους στÏατιώτες, Îφτασε στην εκκλησιά των ΤαξιαÏχών που από το Ï€Ïωί είχε γεμίσει από τους κατοίκους του χωÏÎ¹Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ όλοι μαζί παÏακολοÏθησαν την δοξολογία με αφοÏμή την νίκη των ελληνικών δυνάμεων.
« Ήμασταν οι ήÏωες της πόλης στα μάτια τους  ήμασταν τα λιοντάÏια της νίκης» διηγείται ο ΧαÏίλαος  και συνεχίζει «μας ÎÏαναν με λουλοÏδια καθώς πεÏνοÏσαμε από τους δÏόμους και ήταν τόσα πολλά που το άÏωμά τους Îμενε πάνω στις σκονισμÎνες και βÏώμικες στολÎÏ‚ μας».
«Δεν κοιμόμασταν πια στα παÏαπήγματα. Οι νοικοκυÏαίοι μας Îδιναν τα κÏεβάτια τους ενώ οι ίδιοι Îπεφταν να κοιμηθοÏν στο πάτωμα για να μας ευχαÏιστήσουν» θυμόταν. Μετά από 400 χÏόνια η Φίλια όπως και η υπόλοιπη ΛÎσβος ήταν ελεÏθεÏη. Εκατοντάδες αÏνιά Ï€Î±Î½Ï„Î¿Ï ÏƒÏ„Î¿ νησί σφάζονταν και ψήνονταν για να ταÎσουν τους στÏατιώτες ενώ σταφÏλια και ελιÎÏ‚  Îφταναν με τα καλάθια για να τους ευχαÏιστήσουν.
Μετά τους πανηγυÏισμοÏÏ‚ ξεκίνησε η ποÏεία της ομάδας του ΧαÏίλαου  πίσω στην Μυτιλήνη που σε όλη την διαδÏομή κάτοικοι επευφημοÏσαν ζητωκÏαυγάζοντας παÏατεταγμÎνοι στις μεÏιÎÏ‚ του δÏόμου. «Μουσική ακοÏγονταν από Ï€Î±Î½Ï„Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ αυτοσχÎδια γλÎντια και  χοÏοί στήνονταν όπου οι όμοÏφες κοπελιÎÏ‚ των χωÏιών χόÏευαν γελαστÎÏ‚ μαζί μας».
Φτάνοντας στην Μυτιλήνη και Îτοιμος για νÎες μάχες και νίκες ο ΧαÏίλαος διαπίστωσε ότι εκείνο τον καÏÏŒ δεν  υπήÏχε ζήτηση για εθελοντÎÏ‚ παÏά μονάχα για εφÎδÏους. Έτσι γÏÏισε στη Φίλια Îμεινε κάποιους μήνες  με την οικογÎνειά του και αÏγότεÏα επÎστÏεψε στο Σαν ΦÏανσίσκο.
Οι επισκÎψεις του όμως στην Μυτιλήνη δεν θα Ï„Îλειωναν …για τα επόμενα χÏόνια. ΕπÎστÏεψε  στην ΑμεÏική  τÎλη του 1913. ΜεÏικοÏÏ‚ μήνες αφότου επÎστÏεψε μια ηλικιωμÎνη φτωχή  μυτιληνιά κυÏία συνήθιζε να πεÏνά από το εστιατόÏιο. Ο ΧαÏίλαος ήταν πάντα ευγενικός και γενναιόδωÏος. Έτσι όταν διαπίστωσε ότι η ηλικιωμÎνη συμπατÏιώτισσά του επιθυμοÏσε να επιστÏÎψει στην κοινή τους γενÎτειÏα αλλά δεν μποÏοÏσε να εξοικονομήσει τα χÏήματα του εισιτηÏίου της επιστÏοφής, αναλαμβάνει εκείνος να της πληÏώσει το εισιτήÏιο και να την συνοδÎψει μάλιστα  σε κείνο το υπεÏατλαντικό ταξίδι.


Αυτό το ταξίδι του  επιφÏλαξε πολλÎÏ‚ εκπλήξεις και καÏμικÎÏ‚ συναντήσεις …Θα γνώÏιζε την ΟυÏανία Αλισσάφου κατά την διάÏκεια εκείνης της επίσκεψής του, η οποία θα Îμελλε να ήταν η σÏντÏοφος της ζωής του μÎχÏι τον θάνατό του. Την εÏωτεÏτηκε από την Ï€Ïώτη στιγμή που την είδε, και Ï€Î¿Î»Ï ÏƒÏντομα θÎλησε να γνωÏίσει και την οικογÎνειά της. Δυστυχώς οι πληÏοφοÏίες που είχαν συγκεντÏώσει για τον ΧαÏίλαο και ειδικά το γεγονός ότι ταξίδεψε με μια γυναίκα από την ΑμεÏική, τους είχαν δημιουÏγήσει Ï€Î¿Î»Ï Î±ÏνητικÎÏ‚ εντυπώσεις.
ΠαÏόλο που Ï€Ïοσπάθησε διεξοδικά να τους εξηγήσει τον λόγο που ταξίδευε με κείνη την γυναίκα, με Ï€Ïόφαση το νεαÏÏŒ της ηλικίας της ΟυÏανίας αÏνήθηκαν να τους δώσουν την άδεια να παντÏευτοÏν. Για να τον δοκιμάσουν λοιπόν Îκαναν μια συμφωνία μαζί του. Θα γÏÏιζε στην ΑμεÏική και αν Îνα χÏόνο μετά ήθελε ακόμα να μοιÏαστεί την ζωή του με την ΟυÏανία θα επÎστÏεφε και θα την ζητοÏσε σε γάμο. Έτσι και Îγινε. Το 1916 ο ΧαÏίλαος  ξαναταξίδεψε από την ΑμεÏική στην Μυτιλήνη, παντÏεÏτηκε την ΟυÏανία και Îφυγαν μαζί για το Σαν ΦÏανσίσκο.

Η Ï€Ïώτη κόÏη τους,  η ΣτÎλλα θα γεννηθεί τον ΑÏγουστο του 1917 και θα ακολουθήσουν η Βίκυ και ο ΒενιζÎλος ο οποίος πήÏε το όνομα του από τον νονό του ΕλευθÎÏιο ΒενιζÎλο, που σε κάποια επίσκεψή του στην ΑμεÏική, φιλοξενήθηκε από την οικογÎνεια του ΧαÏίλαου. Η ΟυÏανία ήταν Îγκυος και ο ΧαÏίλαος ζήτησε από τον ΒενιζÎλο να του βαφτίσει το παιδί όταν με το καλό θα γεννιόταν. Εκείνος δεν αÏνήθηκε και μάλιστα σε επόμενο ταξίδι του τον βάφτισε δίνοντας του το δικό του όνομα. Ο μικÏός ΒενιζÎλος μεγαλώνοντας πολÎμησε σαν ναÏτης κατά την διάÏκεια του Β΄ Παγκοσμίου ΠολÎμου κάνοντας Ï€Î¿Î»Ï Ï€ÎµÏήφανο τον πατÎÏα του.
Μετά την κÏίση του 1929 και παÏόλο που Îκαναν φιλότιμες Ï€Ïοσπάθειες ο ΧαÏίλαος και τα αδÎλφια του δεν κατάφεÏαν να σώσουν το εστιατόÏιό τους. Ο ΧαÏίλαος τότε αποφάσισε για μια ακόμα φοÏά να μετακομίσει. Ήταν ήδη 41 χÏονών, μα η καÏδιά του Ï€Îταγε με κάθε νÎα Ï€Ïόκληση. Φτάνει στο Πάλο Άλτο και με τον ενθουσιασμό και την επιμονή που μια ζωή τον κατείχε ανοίγει μόνος του Îνα νÎο εστιατόÏιο το οποίο είχε τεÏάστια επιτυχία.
Ο ΧαÏίλαος όπου και αν βÏισκόταν, πάντα σκεπτόταν σαν Έλληνας πονοÏσε και λάτÏευε την πατÏίδα του. Από Ï€Î¿Î»Ï Î½Ï‰Ïίς είχε ενεÏγή συμμετοχή στις ελληνικÎÏ‚ οÏγανώσεις  της ΑμεÏικής. Όταν δημιουÏγήθηκε η AHEPA, ήταν από τους Ï€Ïώτους που οÏγανώθηκε σε αυτήν  και μετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της, μÎχÏι τον θάνατό του. Ήταν επίσης και σημαίνων μÎλος της Hellenic Liberal League. Συμμετείχε  και ενίσχυε οικονομικά την ελληνική παÏοικία σε ότι και αν εμπλεκόταν, είτε αφοÏοÏσε ανÎγεÏση εκκλησιών και σχολείων, είτε υποστήÏιξη νεοφεÏμÎνων μεταναστών. Έμεινε γενναιόδωÏος και στις καλÎÏ‚ οικονομικÎÏ‚ του μÎÏες αλλά και στις δÏσκολες εθνικÎÏ‚ και δικÎÏ‚ του.
Η τελευταία επιχείÏηση του ήταν μια κάβα ποτών στο Fisherman's Wharf. Ήταν ΣεπτÎμβÏης του 1967. Ο ΧαÏίλαος ήταν 79 χÏονών. Είχε ζήσει να δει εγγόνια είχε στο πλάι του πάντα την ΟυÏανία του, να μοιÏάζεται μαζί της καλÎÏ‚ και κακÎÏ‚ στιγμÎÏ‚ και ο χÏόνος τον είχε σεβαστεί. Οι αντοχÎÏ‚ του πολλÎÏ‚, καθημεÏινά δοÏλευε στο μαγαζί του και χαιÏόταν την ζωή που μόχθησε Ï€Î¿Î»Ï Î½Î± στήσει. Έπεσε πολλÎÏ‚ φοÏÎÏ‚ και άλλες τόσες σηκώθηκε και συνÎχισε.
Εκείνο το Ï€Ïωινό της 20 ης  ΣεπτεμβÏίου θάταν το τελευταίο που Îβλεπε. Κάποιος θα Îμπαινε στο μαγαζί του με σκοπό να το ληστÎψει. Εκείνος θαÏÏαλÎος όπως πάντα θα τον εκδιώξει και θα τον καταδιώξει χωÏίς όμως να καταφÎÏει να τον πιάσει. Όμως λίγη ÏŽÏα αÏγότεÏα ο επίδοξος κλÎφτης θα επÎστÏεφε με όπλο αυτήν την φοÏά και θα τον δολοφονοÏσε μÎσα στο ίδιο του το μαγαζί.
Εκεί Ï„Îλειωνε το κεφάλαιο της ζωής του. ΠολλÎÏ‚ ζωÎÏ‚ μÎσα σε ογδόντα χÏόνια. ΟπλισμÎνος από την φÏση με ψυχικό σθÎνος, με εÏγατικότητα, με επιμονή, με αισιοδοξία, ταγμÎνος από παιδάκι να παλεÏει για ότι ποθοÏσε ονειÏευόταν και αγαποÏσε κατάφεÏε πολλά και αξιοζήλευτα. Μια ζωή, ενός Έλληνα στην καÏδιά και τον νου, πατÏιώτη που ΠΟΤΕ δεν ξεÏίζωσε από μÎσα του την αγάπη του για την πατÏίδα του.
Μάκης ΜπεκιάÏης / Lesvosoldies.gr
Σημείωση: Τα στοιχεία της παÏαπάνω ιστοÏίας Ï€ÏοÎÏχονται από ÎÏευνα και αντίστοιχο άÏθÏο που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα www.sanfranciscogreeks.com ο Dimitrios Loukas (Greek Historical Society) καθώς και από συνÎντευξη του Harry Franco που παÏαχώÏησε στην  εφημεÏίδα San Francisco chronicle το 1913, μόλις επÎστÏεψε στην ΑμεÏική μετά την απελευθÎÏωση της ΛÎσβου.