
"Μυτιληνιό βήμα" (ΆÏθÏα, Απόψεις, Σχόλια όσων αισθάνονται Μυτιληνιοί)
Η    ΣοÏσα
Πάντα με τη γλυκειά αυγή π΄ανοίγει το ζουμποÏλι
ΑφουγκÏαστήτι να σας πω της ΣοÏσας το Ï„ÏαγοÏδι.
Η ΣοÏσα ήταν ÎμοÏφη της ΚÏήτης το καμάÏι
Αγάπα το ΣαÏή-Μπαλή, το Ï€Ïώτο παλλακάÏι.
Αγάπα ντουν κι αγάπα ντ΄να χÏόνους δεκατεσσάÏους
Είχε αδÎλφια Ï„Ïομαχτό μαζί με τους κουÏσάÏους.
Μια μÎÏα ήταν ΚυÏιακή κι η ΣοÏσα πας την κλίνη
Με Îνα χÏυσομάντηλο τα δάκÏυα σφογγίζει.
Η μάνα της την εÏωτά, ο κÏÏης της της λÎει:
- τι Îχει το Σουσανάκι μου και κάθεται και κλαίει;
- όνειÏÏŒ είδα μάνα μου, όνειÏο θ΄απολαÏσω:
είδα το αδελφάκι μου και θλιβεÏά θα κλαÏσω.
ΌνειÏο είδα , μάνα μου, πικÏÏŒ, φαÏμακωμÎνο
Και είχε το αδελφάκι μου σπαθί ξεγυμνωμÎνο.
-ΌνειÏο ήταν κόÏη μου, όνειÏο κι ας πεÏάσει
και σόνα τ’ αδελφάκι σου στα ξÎνα θα γεÏάσει.
ΚόÏη μου τ’αδελφάκι σου στην ξενητειά οÏγιάζει,
Για φίδια τον εφάγανε, για κόÏην αγκαλιάζει.
Μια μÎÏα το ΣαÏή-Μπαλή τον είχε καλεσμÎνον
Και μÎσα στην αγκάλη της τον είχε ξαπλωμÎνον.
Και πάνω στα μεσάνυχτα ο πετεινός, που κÏάζει,
Î‘ÎºÎ¿Ï Ï„Î·Î½ πόÏτα να βÏοντοÏν να αγÏιοκÏικιλάει.
Κάτσε ΣαÏημπαλάκι μου, μην πας ÎµÏƒÏ Î½Î± ανο’ιξεις
Μην είναι το αδελφάκι μου κι αδικοθανατήσεις.
Πήγε η ΣοÏσα κι άνοιξε, βλÎπει τον αδελφό της
Κι απ’ την Ï„ÏομάÏα την πολλά ‘χάσι το λογικό της.
Καλή-εσπÎÏα, ÏŽ ΣοÏσα μου, καλώς τον αδελφό μου
Îχου, σα σ’ αποθÏμησα το φετεινό το χÏόνο.
Δός μου ΣοÏσα, νεÏÏŒ να πιώ, γιατί είμαι διψασμÎνος
Κι από το δÏόμο ÎÏχομαι κι είμαι μπαγυλντισμÎνος.
Η ΣοÏσα παίÏν’ του μαστÏαπά νεÏÏŒ να πα να φÎÏει
Από το πεÏιβόλι της κι’ Î±Ï€Î¿Ï Ï„Î¿ κÏυονÎÏι.
Αυτός νεÏÏŒ δεν ήθελε, το μαστÏαπά δεν πιάνει.
ΑγÏια την εκοίταξε και φόβος τήνε πιάνει.
-ΜωÏή ΣοÏσα, παλιόσκουφα, μωÏή ξεμυαλισμÎνη
μπÏοστά με κάνεις κεÏατά και πίσω πεζεβÎνη.
Για πες μου το, ποιος είναι αυτός που Îχεις πας την κλίνη;
ΠουταναÏιό μου τόκανες, μα τοÏτο σε θα γίνει.
-Γι’ ακοÏστε τ΄αδελφάκι μου τι λόγια, που μου λÎει,
αυτά εσÏ, που Îκανες, κι αÏχίνισε να κλαίει.
Δε μοιάζω σου, αδÎλφι μου, που κάνεις τα δικά σου,
Που λιÎσι στα πουταναÏιά και βγάζεις τ΄όνομά σου.
Μια μαχαιÏιά τη βάÏεσε στα δυό τα στήθη αντάμα
Και στην αυλή την ξάπλωσε μ’ Îνα μεγάλο Ï„ÏαÏμα.
Από τον πόνο τον πολÏ, που είχε στο βυζί της,
ΞÏπνησε ο ΣαÏή-Μπαλής κι άκουσε την φωνή της.
-Ποιος είναι,ΣοÏσα μου, αυτός, που σοÏδωσε το χάÏο
και πως θα σε υστεÏηθώ στον κόσμο τον επάνω;
-ΤÏÎξε, μάνα μου, στο γιατÏÏŒ να γιάνει την πληγή μου,
κι’ αν θÎλει γÏόσια εκατό, αν θÎλει πεντακόσια,
τα δίνει ο ΣαÏή-Μπαλής, που δεν λυπάται γÏόσια.
-ΓιατÏΠμ’, που γιάτÏεψες πολλÎÏ‚ χατζαÏοχτυπημÎνες,
γιάτÏεψε και την κόÏη μου και μÎνα την καυμÎνη.
-ΓιατÏός, που γιάτÏεψα πολλοÏÏ‚ χατζαÏοχτηπημÎνους,
Ï„Îτοιο χατζαÏοχτήπημα δεν είδα ο καυμÎνος.
Στου χάÏου τις λαβωματιÎÏ‚ Ïιτζάδες σε χωÏοÏνε
ΜηδΠγιατÏοί γιατÏεÏουνε, μήδ’ Αγιοι βοηθοÏνε.
Îα πείτε στο ΣαÏή-Μπαλή, σαν είανια παληκάÏι,
Îα κτίσει το μνημόÏι μου μ’αδÏÏ Î¼Î±ÏγαÏιτάÏι.
Και να φυτÎψει λεμονιά και Îνα κυπαÏίσσι,
Îα κτίσει στο μνημόÏι μου μια κÏυσταλλÎνια βÏÏση.
Του Σάββατου ψυχομαχεί, την ΚυÏιακή πεθαίνει
Και την ΔευτÎÏα το Ï€Ïωί μÎσα στον Αδη μπαίνει.
Όταν την κατεβάζανε από την γειτονιά της
Έκλαιγε ο ΣαÏή-Μπαλής μαζί με τη μαννά της.
Όταν τη επεÏνοÏσανε στης εκκλησιάς την πόÏτα,
Ρίχνει η μάνα της φωνή, μαÏάθηκαν τα χόÏτα.
Και όταν την εθÎσανε στην εκκλησιάς τη μÎση
Ρίνει η μάνα της φωνή, Ï„ÏÎμει η εκκλησιά να Ï€Îσει.
Και όταν εκατÎβαινε Ï„Ïία σκαλιά στον Άδη,
Σκοτώθηκε ο ΣαÏή-Μπαλής ….κÏίμα το παληκάÏι!
ΚοÏυφαίο από τα ΑποκÏιώτικα θεωÏείται το Ï„ÏαγοÏδι της ΣοÏσας.Δεν γνωÏίζουμε, αν συντÎθηκε στην Αγιάσο, όμως εκείνο που ξÎÏουμε είναι πως αγαπήθηκε Ï€Î¿Î»Ï Î±Ï€ÏŒ το λαό τοÏτο, Ï„Ïαγουδήθηκε με πάθος αληθινό και είναι καθÏÎπτισμα της ψυχής του, που σαν αγαπήσει,αγαπά αληθινά με δίχως λόγια μα με ουσία και θυσία, ακόμα και του πιο μεγάλου αγαθοÏ, της ζωής, με την Îννοια της απόλυτης αφιÎÏωσης αυτής στη μνήμη εκείνου, που αγάπησαν, σαν Îφυγε απ’ τον κόσμο-Ζουν σκιÎÏ‚- ανάμεσα στους ζωντανοÏÏ‚
Της ΛÎσβου το νησί
ΜÎσα στο ακοίμητο, το ατÎÏμονο το Ï€Îλαγο άφοβα και μακάÏια ξαπλώνει το παÏάξενο κοÏμί του της ΛÎσβου της ωÏιόπλουμης τ’ αφÏόπλαστο νησί.
Χαϊδευτικά στα γÏαφικά τα πεÏιγιάλια χοÏεÏουνε και τη μυÏώνουν ανάλαφÏα και παιχνιδιάÏικα, Ï„Ïαγουδιστά, τα μυÏισμÎνα απ΄την θάλασσια φÏεσκάδα της τα κÏματα.
Γλυκός και θεϊκός ξαπλώνεται ως το βάθος του Î½Î·ÏƒÎ¹Î¿Ï Ï„Î„Î±ÏƒÏγκÏιτου ο απόηχος της δÏοσεÏής, αθάνατης ανάσας τοÏτης, και γίνεται Ï„ÏαγοÏδι και σκοπός μελωδικός,πανώÏια μουσική εξώκοσμη, που συνταιÏιάζει μια ουÏάνια συγχοÏδία,ανάκουστο Îνα θÏόισμα, που το΄να δÎντÏο ολόχυμα το Ï„Ïαγουδάει στ΄άλλο, κι όλα μαζί στήνουν χοÏÏŒ αόÏατο και μυστικό στην υπεÏκόσμια παÏαδομÎνα μελωδία.
ΛοÏζεται μες το Ï€Ïάσινο στοιχειό τ΄ ολόδÏοσο μαγευτικό νησί, κι ανÏποπτο Ïουφά ως μÎσα στην ψυχή βαθειά της αÏμονίας και της μοÏσας τη γλυκάδα την πλοÏσια και αόÏατα και μυστικά πεÏιυμÎνη γÏÏω.Και μÎσα στης καÏδιάς τη ζεστασιά Ï„ÏαγοÏδι γίνεται θεσπÎσιο μιάς Ψάπφας σπÎÏμα που δε χάθηκε σε βÏάχια πάνω άγονα και αιχμηÏά.Κι ακόμα ως τα σήμεÏα δεν σίγασε η αθάνατη φωνή της δÎκατης του Πλάτωνα της ΜοÏσας, μα ακοÏγεται, σα στήσεις το αυτί ν΄αφουγκÏαστείς.Δεν Îφυγε μα στοίχειωσε στον τόπο τοÏτο τον ουÏάνιο της γής η μουσογεννημÎνη κι η μονάκÏιβη και λίγο λίγο μÎσα στων Λεσβίων μοιÏάστηκε το θεϊκό της μάνας του το μÏÏο το ποιητικό.Και γÎννησε Ï„ÏαγοÏδι απαλό-γλυκό κι αÎÏινο, βγαλμÎνο με συνταίÏιασμα της σκόπιας μουσικής πνοής, του λÎσβιου Ï„ÏαγοÏδι, σαπφικό δημοτικό
Παναγιώτης Î Ï. Κουτσκουδής
Ο σεβασμός ολάκεÏος ταιÏιάζει, σ΄Îνα αγνό αληθινό αγιασώτη Ï„Ïπο, που το Ï„ÏαγοÏδι αγάπησε πιότεÏο από κάθε τι στον κόσμο, Îνα με την ψυχή το ζÏμωσε και τόπλασε ζωή.
Είναι Îνας άνθÏωπος απλός κι αληθινός, που τόσος σπάνια συναντάς μόνο ÏƒÏ„Î¿Ï Î»Ï…Ï‡Î½Î±ÏÎ¹Î¿Ï Ï„Î¿ απαλό το φÎγγος στ΄ολόγιομο καταμεσήμεÏο στο Ï€ÎÏασμά σου από τους πολυσÏχναστους τους δÏόμους της ζωής.
Είναι σεμνοί αυτοί κι αθόÏυβοι δίχως τυμπάνων ήχους και βοή.Î Î¿Î»Ï Î¸Îλει να ψάξεις να τους βÏείς.Ζουν μÎσα στης καÏδιά τους τ΄ άγιο βήμα τη βαθÏτατη ουσία της ζωής.Και μόνο σα φÏγουν απ΄ανάμεσά μας, νοιώθουμε την πλοÏσια ανθÏωπιά τους, γιατί από την απουσία τους την μεγάλη πνιγόμαστε, σαν όταν λείπει ο αγÎÏας απ΄την γή μας…ΠνεÏμα ήταν κι αυτοί και φÏγαν. Ένα κενό ατÎλειωτο μες στην ψυχή μας μÎνει, που ψάχνει η άμοιÏη Ï„Ïόπους να βÏη να τους γεμίσει , να ησυχάσει. Και Ï„Ïόπος άλλος δεν υπάÏχει, αυτό το άνοιγμα να κλείση, παÏά αυτή την πνοή, που δÏόσιζε και μας ζωογονοÏσε, μες τη ζωή μας να τη φÎÏουμε, πνεÏμα και ζήση το ÎÏγο τους να κάνουμε σκοπό.
Στην αγάπη Ï€Ïος το Ï„ÏαγοÏδι Î±Ï…Ï„Î¿Ï Ï„Î¿Ï… Ï„Î±Ï€ÎµÎ¹Î½Î¿Ï Î±Î½Î¸Ïώπου, του ÏƒÎµÎ²Î±ÏƒÏ„Î¿Ï Ï€Î±Ï„ÎÏα του συζÏγου μου, Παναγιώτη Κουτσκουδή, που τον Îκανε να κÏατήσει στη μνήμη του αγÏάμματος κι αδιάβαστος, μα μεÏακλής της Ï„Îχνης και της ποίησης, όλο τον όγκο των Ï„Ïαγουδιών, που ακολουθοÏν, αφιεÏώνω τοÏτο το ÎÏγο σεμνά και ταπεινά ÎÏγο δικό του της ζεστής καÏδιάς του δείγμα αθάνατο μαζί με το θαυμασμό και την ευγνωμοσÏνη μου. Είχε την υπομονή και τη λαχτάÏα λÎξη με λÎξη να μου τα πεί, για να τα γÏάψω.Οχι για να γÏαφτοÏν, θα Îλεγες, μα για να ξαλαφÏώσει ίσως την ψυχή απ΄το φοÏτίο της ζωής της κουÏασμÎνης, που τόσο πόνο σιωπηλό κι ανομολόγητο του χάÏισε. Ηταν Îνα «ξεφόÏτωμα», μια ανάσα στο λιοπÏÏι της ζωής, Îνα λιμάνι απανεμιάς στην Ï„Ïικυμία η ευκαιÏία τοÏτη η πολÏτιμη, σÏγκαιÏα σωστική, να πεί όσα Ï„ÏαγοÏδια αγάπησε κÏυφά, μÎσα στα μÏχια της καÏδιάς του, φυλαγμÎνα από τα βÎβηλα τα μάτια μακÏυά.Κι ÎπαιÏνε αλήθεια τη δÏναμή τους όλη κι ετÏÎφονταν η ψυχή του η δόλια και συνÎχισε Îτσι το ταξείδι ανάμεσα στα εξαγÏιωμÎνα κÏματα χÏόνια πολλά και γÎÏος –αιωνόβιος- πια μα δυνατός κι ακλόνητος ακόμα ταξιδεÏει γεÏά κÏατώντας το τιμόνι της μικÏής της βάÏκας, μες της ζωής τη θάλασσα την άγÏια.
Â